Αβαθής: Ζώνη οικοσυστήματος με μικρό βάθος νερού όπου αναπτύσσεται έντονη βιολογική δραστηριότητα. Αγαμογένεση: Τύπος αναπαραγωγής κατά…
Γ
Γαμέτης: Το απλοειδές αναπαραγωγικό κύτταρο (σπερματοζωάριο στα αρσενικά, ωάριο στα θηλυκά) που συμμετέχει στη γονιμοποίηση.
Γαμετογένεση: Η διαδικασία σχηματισμού και ανάπτυξης των γαμετών μέσω μείωσης.
Γαστρίωση: Στάδιο της εμβρυϊκής ανάπτυξης κατά το οποίο διαμορφώνονται οι τρεις βλαστικοί δερματικοί στιβάδες (ενδόδερμα, μεσόδερμα, εκτόδερμα).
Γενετική: Ο κλάδος της βιολογίας που μελετά τους μηχανισμούς της κληρονομικότητας και τη μεταβλητότητα των οργανισμών.
Γενετική δεξαμενή: Το σύνολο των γονιδίων και των αλληλομόρφων που υπάρχουν σε έναν πληθυσμό σε μια δεδομένη χρονική στιγμή.
Γενετική καθοδήγηση: Ο τρόπος με τον οποίο οι γενετικές πληροφορίες καθορίζουν τη μορφολογία και τη φυσιολογία ενός οργανισμού.
Γενετική μηχανική: Το σύνολο των τεχνικών που χρησιμοποιούνται για την άμεση τροποποίηση του γενετικού υλικού ενός οργανισμού.
Γενετική παρέκκλιση: Η τυχαία διακύμανση στη συχνότητα των αλληλομόρφων μέσα σε έναν πληθυσμό από γενιά σε γενιά.
Γενετικός κώδικας: Το σύνολο των κανόνων με τους οποίους οι αλληλουχίες των νουκλεοτιδίων στο DNA μεταφράζονται σε αλληλουχίες αμινοξέων στις πρωτεΐνες.
Γενότυπος: Η γενετική σύσταση ενός οργανισμού, δηλαδή το σύνολο των γονιδίων που φέρει.
Γεωτροπισμός: Η κίνηση ή ανάπτυξη ενός φυτικού οργάνου ως απόκριση στο ερέθισμα της βαρύτητας.
Γλυκόλυση: Η μεταβολική οδός στο κυτταρόπλασμα όπου ένα μόριο γλυκόζης διασπάται σε δύο μόρια πυροσταφυλικού, παράγοντας ενέργεια.
Γλυκοπρωτεΐνη: Πρωτεΐνη η οποία φέρει συνδεδεμένες αλυσίδες σακχάρων και παίζει σημαντικό ρόλο στην κυτταρική αναγνώριση.
Γονιδιακή έκφραση: Η διαδικασία με την οποία η πληροφορία που περιέχεται σε ένα γονίδιο χρησιμοποιείται για τη σύνθεση λειτουργικών προϊόντων (πρωτεϊνών ή RNA).
Γονιδιακή μετατόπιση: Η αλλαγή της θέσης ενός τμήματος DNA μέσα στο γονιδίωμα, που μπορεί να προκαλέσει μεταβολές στη λειτουργία των γονιδίων.
Γονιδιακό αποτύπωμα (DNA profiling): Η μέθοδος ταυτοποίησης ατόμων βάσει των ιδιαίτερων και μοναδικών αλληλουχιών του DNA τους.
Γονιδίωμα: Το πλήρες σύνολο του γενετικού υλικού (DNA) ενός οργανισμού.
Γονιδιωματική: Το επιστημονικό πεδίο που εστιάζει στη μελέτη της δομής, της οργάνωσης, της λειτουργίας και της εξέλιξης των γονιδιωμάτων.
Γονιμοποίηση: Η διαδικασία σύντηξης ενός σπερματοζωαρίου με ένα ωάριο για τον σχηματισμό του ζυγωτού.
Γουανίνη: Μία από τις τέσσερις κύριες αζωτούχες βάσεις που αποτελούν τα νουκλεοτίδια του DNA και του RNA.
Γραμμικό DNA: Μόριο DNA που διαθέτει δύο διακριτά άκρα, σε αντίθεση με το κυκλικό DNA που συναντάται συνήθως στα βακτήρια.
Γαλακτοσαιμία: Γενετική διαταραχή κατά την οποία το σώμα αδυνατεί να διασπάσει σωστά το σάκχαρο γαλακτόζη.
Γαλακτοβάκιλλος: Γένος ωφέλιμων βακτηρίων που μετατρέπουν τα σάκχαρα σε γαλακτικό οξύ, σημαντικά για τη διατήρηση της εντερικής μικροχλωρίδας.
Γαμετοκύτταρο: Κύτταρο από το οποίο προκύπτουν οι γαμέτες μέσω της διαδικασίας της μείωσης.
Γαγγλιακό κύτταρο: Τύπος νευρικού κυττάρου που βρίσκεται στα γάγγλια και συμμετέχει στη μεταβίβαση νευρικών ώσεων.
Γαστρεντερικός σωλήνας: Το σύστημα οργάνων που είναι υπεύθυνο για την πέψη της τροφής, την απορρόφηση θρεπτικών ουσιών και την αποβολή των αποβλήτων.
Γειτνιάζοντα κύτταρα: Κύτταρα που βρίσκονται σε άμεση επαφή με άλλα κύτταρα και επικοινωνούν μέσω χημικών σημάτων.
Γενετική βελτίωση: Η εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων για την ενίσχυση επιθυμητών χαρακτηριστικών σε φυτικούς ή ζωικούς πληθυσμούς.
Γενετική ομοιογένεια: Η κατάσταση στην οποία όλα τα άτομα ενός πληθυσμού παρουσιάζουν την ίδια γενετική σύσταση.
Γενετική ποικιλότητα: Η ποικιλία των διαφορετικών γενετικών συνθέσεων εντός ενός πληθυσμού ή είδους.
Γενετικός δακτύλιος: Κυκλικό μόριο DNA που περιέχει πληροφορίες για τη λειτουργία του οργανισμού, συνηθισμένο στα προκαρυωτικά κύτταρα.
Γενετικός χάρτης: Η απεικόνιση της θέσης των γονιδίων πάνω στα χρωμοσώματα βάσει της συχνότητας ανασυνδυασμού τους.
Γενετικός φορέας: Οργανισμός ή μόριο (όπως ένα πλασμίδιο) που μεταφέρει γενετικό υλικό σε ένα κύτταρο-στόχο.
Γενιά: Το σύνολο των απογόνων που παράγονται από μια κοινή ομάδα γονέων.
Γενοτυπική συχνότητα: Η συχνότητα εμφάνισης ενός συγκεκριμένου γονότυπου μέσα σε έναν πληθυσμό.
Γεωργική βιοτεχνολογία: Χρήση βιοτεχνολογικών μεθόδων για τη βελτίωση των γεωργικών καλλιεργειών και την ανθεκτικότητά τους.
Γλυκογόνο: Πολυσακχαρίτης που χρησιμεύει ως αποθήκη ενέργειας στα ζωικά κύτταρα και στο ήπαρ.
Γλυκονεογένεση: Η μεταβολική οδός μέσω της οποίας παράγεται γλυκόζη από μη υδατανθρακικές πηγές.
Γλυκόζη: Το βασικό σάκχαρο που αποτελεί την κύρια πηγή ενέργειας για τους περισσότερους ζωντανούς οργανισμούς.
Γονιδιακή αλληλουχία: Η ακριβής σειρά των νουκλεοτιδίων (A, T, C, G) που συνθέτουν ένα συγκεκριμένο γονίδιο.
Γονιδιακή μεταλλαξιογένεση: Η τεχνητή πρόκληση μεταλλάξεων σε γονίδια για τη μελέτη της λειτουργίας τους.
Γονιδιακή σιωπή (Gene silencing): Διαδικασία με την οποία αναστέλλεται η έκφραση ενός συγκεκριμένου γονιδίου.
Γονιδιακός έλεγχος: Οι μηχανισμοί με τους οποίους ένα κύτταρο ενεργοποιεί ή απενεργοποιεί τη λειτουργία των γονιδίων του.
Γονιδιακός χειρισμός: Η τεχνική επέμβαση στο γενετικό υλικό για την εισαγωγή, αφαίρεση ή τροποποίηση γονιδίων.
Γονιδιωματική βιβλιοθήκη: Συλλογή κλωνοποιημένων τμημάτων DNA που αντιπροσωπεύουν ολόκληρο το γονιδίωμα ενός οργανισμού.
Γονότυπος (αλληλομορφικός): Ο συνδυασμός των δύο αλληλομόρφων ενός γονιδίου που διαθέτει ένας διπλοειδής οργανισμός.


Comments (0)