Βακτήριο: Μονοκύτταρος προκαρυωτικός οργανισμός που στερείται οργανωμένου πυρήνα. Βακτηριολογία: Ο κλάδος της μικροβιολογίας που μελετά τη…
Α
Αβαθής: Ζώνη οικοσυστήματος με μικρό βάθος νερού όπου αναπτύσσεται έντονη βιολογική δραστηριότητα.
Αγαμογένεση: Τύπος αναπαραγωγής κατά τον οποίο ένας νέος οργανισμός αναπτύσσεται από ένα μόνο γονέα.
Αγγειογένεση: Η βιολογική διαδικασία σχηματισμού νέων αιμοφόρων αγγείων από προϋπάρχοντα.
Αγγειόπλαστο: Κύτταρο που συμμετέχει στον σχηματισμό των τοιχωμάτων των αγγείων.
Αγελαία συμπεριφορά: Η τάση ορισμένων ζωικών ειδών να συγκεντρώνονται σε μεγάλες ομάδες για προστασία ή αναπαραγωγή.
Αγροβανκτήριο (Agrobacterium): Γένος βακτηρίων που χρησιμοποιείται στη βιοτεχνολογία για τη μεταφορά ξένου DNA σε φυτικά κύτταρα.
Αδενυλική κυκλάση: Ένζυμο που μετατρέπει το ATP σε κυκλικό AMP, παίζοντας ρόλο στη μεταγωγή σήματος στο κύτταρο.
Αδιφοροποίηση: Η κατάσταση κατά την οποία ένα κύτταρο δεν έχει ακόμα εξειδικευτεί σε κάποιο συγκεκριμένο τύπο.
Αδρανές γονίδιο: Γονίδιο που δεν εκφράζεται ή δεν παράγει πρωτεΐνη υπό συγκεκριμένες συνθήκες.
Αζωτοδέσμευση: Η διαδικασία μετατροπής του ατμοσφαιρικού αζώτου σε μορφές αξιοποιήσιμες από τους ζωντανούς οργανισμούς.
Αθροιστική μετάλλαξη: Το φαινόμενο όπου πολλαπλές μεταλλάξεις στο DNA συσσωρεύονται με την πάροδο του χρόνου.
Αιμοπετάλιο: Κυτταρικό στοιχείο του αίματος που είναι απαραίτητο για την πήξη.
Ακαρεοκτόνο: Ουσία που χρησιμοποιείται για την εξόντωση των ακάρεων.
Ακίνητο κύτταρο: Κύτταρο που δεν παρουσιάζει κίνηση ή αμοιβοειδή δράση.
Ακροκεντρικό: Χρωμόσωμα στο οποίο το κεντρομερίδιο βρίσκεται πολύ κοντά στο ένα άκρο.
Ακρόσωμα: Οργανίδιο στην κεφαλή του σπερματοζωαρίου που περιέχει ένζυμα για τη διείσδυση στο ωάριο.
Ακτινόμορφος: Οργανισμός ή δομή που παρουσιάζει ακτινωτή συμμετρία.
Ακτινογραφία: Μέθοδος απεικόνισης εσωτερικών δομών μέσω ακτίνων Χ.
Αλληλοπάθεια: Η επίδραση ενός φυτού σε ένα άλλο μέσω της έκκρισης χημικών ουσιών.
Αλληλοσυμπληρωματικότητα: Η ιδιότητα των βάσεων του DNA να ζευγαρώνουν με συγκεκριμένο τρόπο (Α-Τ, C-G).
Αλλοτροφία: Η ικανότητα ενός οργανισμού να χρησιμοποιεί διαφορετικές πηγές ενέργειας ανάλογα με τις συνθήκες.
Αλλοχθονία: Ο όρος που περιγράφει οργανισμούς που δεν είναι ιθαγενείς σε μια περιοχή.
Αλυσίδα μεταφοράς ηλεκτρονίων: Σειρά πρωτεϊνικών συμπλοκών στα μιτοχόνδρια που παράγουν ενέργεια (ATP).
Αλφα-έλικα: Μία από τις δευτεροταγείς δομές των πρωτεϊνών με σπειροειδή μορφή.
Αμεσότητα (ενζυμική): Η ταχύτητα με την οποία ένα ένζυμο καταλύει μια χημική αντίδραση.
Αμοιβάδα: Μονοκύτταρος ευκαρυωτικός οργανισμός που κινείται με ψευδοπόδια.
Αμφιφυλόφιλος: Μόριο ή δομή που παρουσιάζει χαρακτηριστικά και υδρόφιλα και υδρόφοβα.


Comments (0)