Skip to content

B

Βακτήριο: Μονοκύτταρος προκαρυωτικός οργανισμός που στερείται οργανωμένου πυρήνα.

Βακτηριολογία: Ο κλάδος της μικροβιολογίας που μελετά τη δομή, τη φυσιολογία και τη γενετική των βακτηρίων.

Βακτηριοφάγος: Ιός που έχει ως ξενιστή βακτήρια, προκαλώντας συχνά τη λύση τους.

Βάση (αζωτούχος): Οργανική ένωση που περιέχει άζωτο και αποτελεί το κεντρικό δομικό στοιχείο των νουκλεοτιδίων στο DNA και το RNA.

Βενθολογικοί οργανισμοί: Ζωντανοί οργανισμοί που ζουν στο υπόστρωμα ή στον πυθμένα των υδάτινων οικοσυστημάτων.

Βιοαντιδραστήρας: Συσκευή η οποία παρέχει τις ιδανικές συνθήκες (pH, θερμοκρασία, αερισμό) για την ανάπτυξη μικροοργανισμών ή κυτταρικών καλλιεργειών.

Βιοαποικοδόμηση: Η χρήση ζωντανών οργανισμών ή ενζύμων για τη διάσπαση ρύπων και οργανικών αποβλήτων σε λιγότερο επιβλαβείς ουσίες.

Βιογενετικός νόμος: Η αρχή κατά την οποία η ζωή προέρχεται αποκλειστικά από προϋπάρχουσα ζωντανή ύλη.

Βιογεωχημικός κύκλος: Η ανακύκλωση χημικών στοιχείων (όπως άνθρακας, άζωτο) μεταξύ των ζωντανών οργανισμών και του φυσικού περιβάλλοντος.

Βιοδείκτης: Βιολογική ουσία ή οργανισμός του οποίου η παρουσία, η συγκέντρωση ή η κατάσταση υποδηλώνει μια συγκεκριμένη περιβαλλοντική συνθήκη ή νόσο.

Βιοδιαθεσιμότητα: Το ποσοστό μιας ουσίας (π.χ. φαρμάκου) που εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος και είναι διαθέσιμο για να δράσει στον στόχο του.

Βιοενέργεια: Ενέργεια που παράγεται από βιομάζα, όπως φυτικά υπολείμματα ή ζωικά απόβλητα.

Βιοηθική: Πεδίο μελέτης που εξετάζει τα ηθικά και κοινωνικά ζητήματα που προκύπτουν από την πρόοδο των βιολογικών επιστημών και της βιοτεχνολογίας.

Βιοκαύσιμο: Καύσιμο που προέρχεται από οργανική ύλη, όπως η αιθανόλη ή το βιοντίζελ.

Βιολογικός έλεγχος: Μέθοδος καταπολέμησης επιβλαβών οργανισμών (παρασίτων) με τη χρήση των φυσικών τους εχθρών.

Βιομάζα: Το συνολικό βάρος των οργανισμών σε μια συγκεκριμένη περιοχή ή οικοσύστημα.

Βιομιμητική: Επιστημονική προσέγγιση που εφαρμόζει βιολογικές δομές, συστήματα και διεργασίες στη μηχανική και τον σχεδιασμό τεχνολογικών λύσεων.

Βιοπληροφορική: Διεπιστημονικό πεδίο που χρησιμοποιεί μαθηματικά, στατιστική και πληροφορική για την ανάλυση και ερμηνεία μεγάλων βιολογικών δεδομένων.

Βιοποικιλότητα: Ο πλούτος των διαφορετικών ειδών, γενετικής ποικιλότητας και οικοσυστημάτων που υπάρχουν σε μια περιοχή.

Βιοπολυμερές: Μακρομόριο που παράγεται φυσικά από ζωντανούς οργανισμούς, όπως οι πρωτεΐνες, τα πολυσακχαρίτες και τα νουκλεϊκά οξέα.

Βιοσύνθεση: Η διαδικασία παραγωγής πολύπλοκων χημικών ενώσεων μέσα σε ένα κύτταρο, συνήθως μέσω ενζυμικών αντιδράσεων.

Βιοτεχνολογία: Η τεχνολογική εφαρμογή βιολογικών συστημάτων, ζωντανών οργανισμών ή παραγώγων τους για την παραγωγή προϊόντων ή υπηρεσιών.

Βιοφίλμ: Πολυστρωματική αποικία μικροοργανισμών που αναπτύσσεται πάνω σε μια επιφάνεια και περιβάλλεται από προστατευτική εξωκυτταρική μήτρα.

Βλαστοκύτταρο: Αδιαφοροποίητο κύτταρο που έχει την ικανότητα να αυτοανανεώνεται και να διαφοροποιείται σε εξειδικευμένους τύπους κυττάρων.

Βραχυπρόθεσμη μνήμη (κυτταρική): Η ικανότητα ενός κυττάρου να διατηρεί πληροφορία για μια πρόσκαιρη μεταβολή στο περιβάλλον του μέσω σηματοδοτικών μονοπατιών.

Comments (0)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back To Top
Search