Skip to content

Ζ

Ζαχαρούχος: Οργανική ένωση που περιέχει σάκχαρα ή συμπεριφέρεται ως πηγή υδατανθράκων.

Ζελατινοποίηση: Η διαδικασία μετατροπής μιας ουσίας (συχνά πολυσακχαρίτη) σε ζελατινοειδή κατάσταση μέσω απορρόφησης νερού και θέρμανσης.

Ζενιθική ανάπτυξη: Η φάση της μέγιστης ανάπτυξης ενός οργανισμού κατά τον βιολογικό του κύκλο.

Ζευγάρωση (βάσεων): Η ειδική σύνδεση μεταξύ των αζωτούχων βάσεων στο DNA (Αδενίνη με Θυμίνη, Κυτοσίνη με Γουανίνη).

Ζιζανιοκτόνο: Χημική ουσία που χρησιμοποιείται για την καταστροφή ανεπιθύμητων φυτών (ζιζανίων).

Ζωική κυτταρική μεμβράνη: Το εξωτερικό περίβλημα του ζωικού κυττάρου που αποτελείται από διπλοστοιβάδα φωσφολιπιδίων και πρωτεΐνες.

Ζωική ποικιλότητα: Το σύνολο των διαφορετικών ειδών ζώων που συνυπάρχουν σε ένα οικοσύστημα.

Ζωικός ιστός: Ομάδα παρόμοιων κυττάρων στα ζώα που συνεργάζονται για την εκτέλεση μιας κοινής λειτουργίας.

Ζωολογία: Ο κλάδος της βιολογίας που μελετά τη δομή, την ταξινόμηση, τη φυσιολογία και τη συμπεριφορά των ζώων.

Ζωονόσος: Λοιμώδες νόσημα που μεταδίδεται από τα ζώα στον άνθρωπο.

Ζωοπλαγκτόν: Το σύνολο των μικροσκοπικών ζωικών οργανισμών που παρασύρονται από τα ρεύματα στο υδάτινο περιβάλλον.

Ζώνη βλάστησης: Περιοχή με συγκεκριμένες κλιματικές συνθήκες που υποστηρίζει μια χαρακτηριστική ομάδα φυτικών ειδών.

Ζώνη μετάβασης: Περιοχή ανάμεσα σε δύο διαφορετικά οικοσυστήματα όπου παρουσιάζεται συνήθως υψηλή βιοποικιλότητα.

Ζωτικότητα: Η ικανότητα ενός οργανισμού ή κυττάρου να διατηρεί τις λειτουργίες του και να επιβιώνει.

Ζυγωτό: Το κύτταρο που προκύπτει από τη σύντηξη του ωαρίου και του σπερματοζωαρίου κατά τη γονιμοποίηση.

Ζύμωση: Η αναερόβια διάσπαση οργανικών ενώσεων (όπως η γλυκόζη) από μικροοργανισμούς για την παραγωγή ενέργειας, χωρίς τη χρήση οξυγόνου.

Comments (0)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back To Top
Search