Αβαθής: Ζώνη οικοσυστήματος με μικρό βάθος νερού όπου αναπτύσσεται έντονη βιολογική δραστηριότητα. Αγαμογένεση: Τύπος αναπαραγωγής κατά…
Κ
Καλειδοσκόπιο (βιολογικό): Ο όρος χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει την ποικιλία των κυτταρικών τύπων που προκύπτουν από τη διαφοροποίηση των βλαστοκυττάρων.
Καλλιέργεια: Η εργαστηριακή ανάπτυξη μικροοργανισμών, κυττάρων ή ιστών σε κατάλληλα θρεπτικά υποστρώματα υπό ελεγχόμενες συνθήκες.
Καλσιτονίνη: Ορμόνη που παράγεται στον θυρεοειδή αδένα και βοηθά στη ρύθμιση των επιπέδων ασβεστίου στο αίμα.
Καμπύλη ανάπτυξης: Η γραφική παράσταση της αύξησης του πληθυσμού ενός οργανισμού ή μιας κυτταρικής καλλιέργειας σε συνάρτηση με τον χρόνο.
Κάψα: Το εξωτερικό προστατευτικό περίβλημα ορισμένων βακτηρίων, που συχνά συμβάλλει στην παθογονικότητά τους.
Καταβολισμός: Οι μεταβολικές διεργασίες διάσπασης σύνθετων μορίων σε απλούστερα, με ταυτόχρονη απελευθέρωση ενέργειας.
Καταλυτική δράση: Η ικανότητα ενός ενζύμου να επιταχύνει μια χημική αντίδραση χωρίς να καταναλώνεται το ίδιο.
Καταστολή (γονιδιακή): Η διαδικασία αναστολής της έκφρασης ενός γονιδίου από ρυθμιστικές πρωτεΐνες.
Κεντρομερίδιο: Η περιοχή του χρωμοσώματος που συγκρατεί τις δύο αδελφές χρωματίδες και συνδέεται με την άτρακτο κατά τη διαίρεση.
Κεντρόσωμα: Οργανίδιο που λειτουργεί ως κέντρο οργάνωσης των μικροσωληνίσκων και συμμετέχει στον διαχωρισμό των χρωμοσωμάτων.
Κενοτόπιο: Μεγάλο οργανίδιο στα φυτικά κύτταρα που αποθηκεύει νερό, θρεπτικά συστατικά και απόβλητα.
Κινητική ενζύμων: Η μελέτη του ρυθμού των ενζυμικών αντιδράσεων και των παραγόντων που τις επηρεάζουν.
Κινητικός νευρώνας: Νευρικό κύτταρο που μεταφέρει σήματα από το κεντρικό νευρικό σύστημα προς τους μύες ή τους αδένες.
Κλωνοποίηση: Η παραγωγή γενετικά πανομοιότυπων αντιγράφων ενός μορίου, κυττάρου ή ολόκληρου οργανισμού.
Κοινή καταγωγή: Η εξελικτική αρχή ότι όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί μοιράζονται έναν κοινό πρόγονο.
Κοινόχρηστο DNA: Τμήματα του γονιδιώματος που είναι κοινά σε διαφορετικά είδη, υποδεικνύοντας κοινή εξελικτική προέλευση.
Κοκκιοκύτταρο: Τύπος λευκού αιμοσφαιρίου που περιέχει κυτταροπλασματικά κοκκία εμπλεκόμενα στην ανοσολογική απόκριση.
Κυτταρική αναπνοή: Η διαδικασία παραγωγής ενέργειας (ATP) από τη διάσπαση της γλυκόζης με τη χρήση οξυγόνου.
Κυτταρική μεμβράνη: Το λεπτό φράγμα που περιβάλλει το κύτταρο, ελέγχοντας την είσοδο και έξοδο ουσιών.
Κυτταρόπλασμα: Το ζελατινοειδές υλικό μέσα στο κύτταρο που περιέχει τα οργανίδια.
Κυτοσίνη: Μία από τις τέσσερις κύριες αζωτούχες βάσεις του DNA και του RNA.
Κυτοσκελετός: Το δίκτυο πρωτεϊνικών ινιδίων στο κυτταρόπλασμα που δίνει σχήμα και υποστήριξη στο κύτταρο.


Comments (0)