Αβαθής: Ζώνη οικοσυστήματος με μικρό βάθος νερού όπου αναπτύσσεται έντονη βιολογική δραστηριότητα. Αγαμογένεση: Τύπος αναπαραγωγής κατά…
Ι
Ιατρική βιοτεχνολογία: Ο τομέας που χρησιμοποιεί βιολογικά συστήματα και τεχνολογίες για την ανάπτυξη φαρμάκων, διαγνωστικών τεστ και θεραπειών για τον άνθρωπο.
Ιδιομορφισμός: Η παρουσία διαφορετικών μορφών ή χαρακτηριστικών μέσα σε έναν πληθυσμό, συνήθως λόγω γενετικής ποικιλότητας.
Ιδιοπαθής: Χαρακτηρισμός μιας νόσου της οποίας η πρωτογενής αιτία παραμένει άγνωστη ή δεν μπορεί να αποδοθεί σε συγκεκριμένο εξωτερικό παράγοντα.
Ιδιότυπος: Η ιδιαίτερη δομή ή το σχήμα του αντιγόνου που καθιστά δυνατή την αναγνώρισή του από το αντίστοιχο αντίσωμα.
Ιζηματογενής: Όρος που χρησιμοποιείται για οργανισμούς που διαβιούν ή αναπτύσσονται στα ιζήματα του πυθμένα των υδάτινων οικοσυστημάτων.
Ικανότητα επιβίωσης (Fitness): Το μέτρο της επιτυχίας ενός οργανισμού να επιβιώσει και να αναπαραχθεί στο περιβάλλον του, περνώντας τα γονίδιά του στην επόμενη γενιά.
Ικρίωμα (Scaffold): Τρισδιάστατο υποστηρικτικό πλαίσιο, απαραίτητο στη μηχανική ιστών για να καθοδηγεί την ανάπτυξη και τη διάταξη των κυττάρων σε λειτουργικούς ιστούς.
Ινσουλίνη: Πρωτεϊνική ορμόνη που εκκρίνεται από το πάγκρεας και παίζει καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση της συγκέντρωσης της γλυκόζης στο αίμα.
Ιοντισμός: Η φυσικοχημική διαδικασία κατά την οποία ένα άτομο ή μόριο αποκτά ηλεκτρικό φορτίο, κρίσιμη για τη μεταφορά σήματος μέσω των διαύλων των μεμβρανών.
Ιοντική ισορροπία: Η κατάσταση σταθερότητας των συγκεντρώσεων των ιόντων εκατέρωθεν της κυτταρικής μεμβράνης, απαραίτητη για τη διατήρηση του δυναμικού ηρεμίας του κυττάρου.
Ιός: Υπομικροσκοπικός βιολογικός παράγοντας που στερείται δικού του μεταβολισμού και αναπαράγεται υποχρεωτικά εντός ενός ζωντανού κυττάρου-ξενιστή.
Ιολογία: Ο κλάδος της μικροβιολογίας που επικεντρώνεται στη μελέτη της δομής, της γενετικής και της παθογένειας των ιών.
Ιοντικό κανάλι: Διαμεμβρανική πρωτεΐνη που επιτρέπει την επιλεκτική διέλευση συγκεκριμένων ιόντων, ελέγχοντας την κυτταρική διέγερση.
Ιστός: Οργανωμένη ομάδα παρόμοιων κυττάρων που συνεργάζονται για την εκτέλεση μιας εξειδικευμένης λειτουργίας μέσα στο σώμα ενός οργανισμού.
Ιστολογία: Ο κλάδος της βιολογίας που εξετάζει τη μικροσκοπική δομή και οργάνωση των ιστών.
Ισομοριακός: Ο όρος που περιγράφει διαλύματα με ίσο αριθμό μορίων ανά μονάδα όγκου.
Ισορροπία Hardy-Weinberg: Η στατιστική αρχή της γενετικής πληθυσμών σύμφωνα με την οποία οι συχνότητες των γονιδίων παραμένουν αμετάβλητες από γενιά σε γενιά, υπό συγκεκριμένες υποθέσεις.


Comments (0)